
Σιδηρόπουλος: «Εύκολα θύματα οι διαιτητές, κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια»
Σε μια συνέντευξη εξομολογητικού χαρακτήρα, δεν στάθηκε μόνο στα πεπραγμένα της καριέρας του, αλλά «φώτισε» τις γκρίζες ζώνες της ελληνικής διαιτησίας, τον ψυχισμό ενός ανθρώπου που βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής και την επιθυμία του να κλείσει αυτό το μεγάλο κεφάλαιο με τους δικούς του, αξιοπρεπείς όρους.
Με 17 χρόνια παρουσίας στη Super League και μια μακρά διαδρομή ως διεθνής, ο Σιδηρόπουλος δηλώνει αδιαπραγμάτευτα: «Μέχρι το τελευταίο σφύριγμα, θεωρώ τον εαυτό μου ενεργό. Έχω κερδίσει το δικαίωμα να αποχωρήσω όπως εγώ επιθυμώ». Για τον ίδιο, η διαιτησία δεν ήταν ποτέ «εξουσία» – ρόλο που δηλώνει ότι απεχθάνεται – αλλά μια σκληρή επαγγελματική διαδρομή που ξεκίνησε από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, με το όνειρο να αποδείξει πως η καταγωγή δεν ορίζει το «ταβάνι» ενός ανθρώπου.
Η «βολική» αλήθεια και ο υποσυνείδητος φόβος
Ίσως η πιο αφοπλιστική παραδοχή του έμπειρου διαιτητή αφορά την επιρροή των «ισχυρών» ομάδων. Ο Σιδηρόπουλος δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, παραδεχόμενος πως, υποσυνείδητα, ένας διαιτητής μπορεί να νιώσει την ασφάλεια που προσφέρει το να πάρει μια απόφαση υπέρ του ισχυρού σε μια οριακή φάση.
Αναφερόμενος στη διαβόητη φάση του Αλμπέρτο Μπρινιόλι με τον Σουλεϊμάνοφ σε αγώνα Κυπέλλου ΑΕΚ – Άρης, αποκάλυψε μια δυσάρεστη αλήθεια: η κόκκινη κάρτα ήταν η «επικοινωνιακά πιο βολική» λύση. Μια απόφαση που εξυπηρετούσε την ηρεμία του συστήματος, ακόμα κι αν η πραγματικότητα της φάσης επέτρεπε διαφορετική ανάγνωση.
«Οι ανακοινώσεις είναι για εσωτερική κατανάλωση»
Στο ερώτημα για την τοξικότητα του χώρου, ο Σιδηρόπουλος είναι κάθετος. Οι ανακοινώσεις των ΠΑΕ είναι εργαλεία αποσυμπίεσης, όπου ο διαιτητής λειτουργεί ως το «εύκολο θύμα» για να κρυφτούν ευθύνες.
Ειδική αναφορά έκανε στους τηλε-διαιτητές, τονίζοντας πως τον πληγώνει βαθιά η κριτική από συναδέλφους του. «Ξέρουν τι σημαίνει να γυρίζεις σπίτι σου όταν όλος ο κόσμος έχει στραφεί εναντίον σου», δηλώνει, αναδεικνύοντας το ανθρώπινο κόστος του επαγγέλματος.
Παρά τις σκιές, ο Σιδηρόπουλος εμφανίζεται αισιόδοξος για το σήμερα. Υποστηρίζει ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο βρίσκεται σε ένα σημείο βελτίωσης που δεν έχει υπάρξει ξανά στο παρελθόν. Παραδέχεται πως έκανε λάθη – όπως άλλωστε και ένας επιθετικός που χάνει το άχαστο – αλλά τονίζει πως το ισοζύγιο της προσφοράς του είναι θετικό.
Για το VAR, η θέση του είναι ξεκάθαρη: η τεχνολογία οφείλει να είναι βοηθός και όχι δεσμοφύλακας της κρίσης του διαιτητή. Σε οριακές φάσεις, η απόφαση του αγωνιστικού χώρου πρέπει να είναι ο τελικός λόγος, ώστε να σταματήσει η ατέρμονη καχυποψία.
«Ο διαιτητής έπρεπε να στηρίξει την αρχική του κρίση στο γκολ του Βαρέλα»!
Για το γκολ του Φερνάντο Βαρέλα στο αλήστου μνήμης ματς ΠΑΟΚ – ΑΕΚ στην Τούμπα με τον Γιώργο Κομίνη, ο Τάσος Σιδηρόπουλος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι θα έπρεπε να μείνει η αρχική απόφαση δηλαδή της κατοκύρωσης του γκολ.
«Η φάση του Βαρέλα είναι μία από τις φάσεις που συζητιούνται ακόμη και σήμερα. Όταν ένας διαιτητής έχει πάρει μία απόφαση στο γήπεδο και η φάση είναι οριακή ή διφορούμενη, θεωρώ ότι πρέπει να στηρίζει την αρχική του κρίση. Αυτό είναι και το πρόβλημα που έχω πολλές φορές με τη λειτουργία του VAR. Όταν με φέρνεις μπροστά στην οθόνη σε μία φάση που σηκώνει συζήτηση και από τη μία και από την άλλη πλευρά, με βάζεις σε μία πολύ δύσκολη θέση. Σε τέτοιες περιπτώσεις θεωρώ ότι πρέπει να μένει η απόφαση του γηπέδου και εκεί να τελειώνει η συζήτηση», είπε χαρακτηριστικά ο Σιδηρόπουλος.
Κλείνοντας, ο Τάσος Σιδηρόπουλος στέλνει ένα μήνυμα ελπίδας: «Υπήρξαν κέντρα εξουσίας, υπήρξαν σκιές, όμως έφτασε η ώρα να βάλουμε μια τελεία. Πρέπει να φύγουμε από την καχυποψία και να δώσουμε χώρο στο ποδόσφαιρο να αναπνεύσει». Ένας διαιτητής που πέρασε από τη στολή του αστυνομικού στο «γκρίζο» του ρέφερι, επιλέγει τώρα να αποχωρήσει με το κεφάλι ψηλά, έχοντας αποδεχθεί τόσο τις αστοχίες του όσο και το μεγαλείο της προσπάθειάς του.
Πηγή