Η πρόσφατη ανακοίνωση του Λουίς ντε λα Φουέντε ως προπονητή της εθνικής Ισπανίας σηματοδοτεί μια νέα εποχή για το ισπανικό ποδόσφαιρο. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, ο ντε λα Φουέντε επιλέγει μια προσέγγιση χαμηλών τόνων, εστιάζοντας στην ομάδα και την ανάπτυξη των παικτών, γεγονός που ενδεχομένως να φέρει ανατροπές στην ιστορία
Η αγγελία που άλλαξε την ιστορία της Ισπανίας
Δεν είναι ο προπονητής που θα τραβήξει επάνω του τους προβολείς. Δεν θα τον δεις να παίζει θέατρο μπροστά στις κάμερες, να προκαλεί τους αντιπάλους ή να προσπαθεί να εμφανιστεί μεγαλύτερος από τους ποδοσφαιριστές του.
Ο Λουίς ντε λα Φουέντε δεν χρειάστηκε ποτέ όλα αυτά.
Η δουλειά του βρίσκεται μέσα στο γήπεδο. Στον τρόπο με τον οποίο η Ισπανία εξουδετέρωσε τη Γαλλία στον ημιτελικό του Μουντιάλ. Στις εναλλαγές θέσεων, στην πίεση, στην αλληλοκάλυψη και στην πειθαρχία. Σε μία ομάδα που δεν αμύνεται κλεισμένη στην περιοχή της, αλλά κρατά τον αντίπαλο μακριά από αυτήν.
Η νίκη με 2-0 δεν αποτέλεσε απλώς την εξασφάλιση ενός εισιτηρίου για τον τελικό. Ήταν η επιβεβαίωση ότι η Ισπανία διαθέτει ξανά σχέδιο, χαρακτήρα και ποδοσφαιρική ταυτότητα.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας άνθρωπος που πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν μπορούσε να βρει δουλειά.
Δεν ανέλαβε μία γενιά – Την είχε ήδη μεγαλώσει
Η μεγαλύτερη επιτυχία του ντε λα Φουέντε δεν είναι μόνο τα τρόπαια. Είναι το γεγονός ότι γνώριζε την πλειονότητα των πρωταγωνιστών της Ισπανίας πριν αποκτήσουν χρήματα, δόξα και διεθνή αναγνώριση.
Τους συνάντησε όταν ήταν ακόμη παιδιά. Όταν προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι αξίζουν μία θέση στις μικρές εθνικές ομάδες. Τους έμαθε, τους δοκίμασε, τους πίεσε και τους εμπιστεύτηκε.
Ο Μικέλ Μερίνο, ο Ουνάι Σιμόν, ο Ρόδρι, ο Ντάνι Θεμπάγιος και ο Μάρκο Ασένσιο βρίσκονταν στην ομάδα που κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κ19 το 2015. Ο πρώτος τίτλος του ντε λα Φουέντε ως προπονητή ήρθε, μάλιστα, επί ελληνικού εδάφους.
Στο Δημοτικό Στάδιο Κατερίνης, η Ισπανία νίκησε τη Ρωσία με 2-0 και ανέβηκε στην κορυφή της Ευρώπης. Εκείνο το βράδυ μπορεί να έμοιαζε με μία ακόμη επιτυχία των περίφημων ισπανικών ακαδημιών. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν η πρώτη πράξη ενός σχεδίου που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Αργότερα προστέθηκαν ο Μικέλ Ογιαρθάμπαλ, ο Φαμπιάν Ρουίθ και ο Ντάνι Όλμο. Ο ντε λα Φουέντε ανέλαβε την Κ21 και την οδήγησε στην κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, νικώντας τη Γερμανία με 2-1 στον τελικό. Τα δύο γκολ πέτυχαν ο Φαμπιάν και ο Όλμο.
Ακολούθησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Τόκιο. Μαζί του πλέον ήταν και ο Πέδρι με τον Μαρκ Κουκουρέγια. Η Ισπανία έφτασε μέχρι τον τελικό, όπου ηττήθηκε στην παράταση από τη Βραζιλία.
Ο ντε λα Φουέντε ανέβαινε σταδιακά στην ιεραρχία. Μαζί του ανέβαιναν και οι παίκτες του.
Αυτό είναι το σημείο που ξεχωρίζει τη συγκεκριμένη ιστορία. Όταν ανέλαβε την Εθνική Ανδρών δεν χρειαζόταν να συστηθεί στα αποδυτήρια. Οι περισσότεροι γνώριζαν ήδη ποιος ήταν, τι ζητούσε και πόσο τους πίστευε.
Η Ισπανία επέλεξε τη συνέχεια
Η απόφαση της Ισπανικής Ομοσπονδίας να του παραδώσει την πρώτη ομάδα μετά την αποχώρηση του Λουίς Ενρίκε αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως υποχώρηση.
Ο ντε λα Φουέντε δεν ήταν κάποιο διάσημο όνομα της προπονητικής. Δεν είχε εργαστεί σε μεγάλο ευρωπαϊκό σύλλογο, δεν διέθετε επικοινωνιακό μηχανισμό και δεν συνδεόταν με τη Ρεάλ Μαδρίτης ή την Μπαρτσελόνα.
Για αρκετούς ήταν απλώς ένας υπάλληλος της Ομοσπονδίας που πήρε προαγωγή. Τότε εμφανίστηκε και το ειρωνικό «De la Who?». Ένας τρόπος να ειπωθεί ότι ο νέος ομοσπονδιακός τεχνικός ήταν άγνωστος, μικρός και πιθανότατα ανεπαρκής για μία τόσο βαριά θέση.
Εκείνος δεν απάντησε στις ειρωνείες. Δεν είχε κανέναν λόγο να το κάνει. Γνώριζε τους παίκτες, είχε συγκεκριμένες ιδέες και, κυρίως, διέθετε κάτι που συχνά λείπει από τις μεγάλες εθνικές ομάδες, συνέχεια.
Η Ομοσπονδία δεν επέλεξε το πιο λαμπερό βιογραφικό. Επέλεξε τον άνθρωπο που είχε μεγαλώσει ποδοσφαιρικά τη νέα γενιά της χώρας.
Αυτή η επιλογή σήμερα δικαιώνεται με τον πιο ηχηρό τρόπο.
Η πρώτη θύελλα
Η έναρξη της θητείας του στην Εθνική Ανδρών δεν ήταν εύκολη. Η Ισπανία νίκησε τη Νορβηγία με 3-0, αλλά λίγες ημέρες αργότερα ηττήθηκε 2-0 από τη Σκωτία στο Χάμπντεν Παρκ.
Η κριτική ξέσπασε αμέσως. Το ισπανικό ποδόσφαιρο δεν διέθετε πλέον τον Τσάβι και τον Ινιέστα. Οι μεγάλες ομάδες της χώρας δεν είχαν ισχυρή εκπροσώπηση στις επιλογές του προπονητή. Το αγωνιστικό υλικό παρουσιαζόταν ως κατώτερο από εκείνο των προηγούμενων γενεών.
Ο ντε λα Φουέντε ζήτησε χρόνο. Δεν προσπάθησε να αντιγράψει την ομάδα του 2010, γιατί γνώριζε ότι τέτοιες ομάδες δεν αντιγράφονται.
«Αυτή είναι μία νέα εποχή», είχε απαντήσει. Καθήκον του, όπως εξήγησε, ήταν να πείσει τους ποδοσφαιριστές ότι οι ιδέες του μπορούσαν να οικοδομήσουν κάτι ισχυρό για το μέλλον.
Το Nations League αποτέλεσε την πρώτη απάντηση. Δεν είναι το βαρύτερο τρόπαιο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, ήταν όμως η ένδειξη ότι η Ισπανία κινούνταν ξανά προς τη σωστή κατεύθυνση.
Η μεγάλη επιβεβαίωση ήρθε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Η «Ρόχα» κατέκτησε τον τίτλο με επτά νίκες σε ισάριθμους αγώνες, επικρατώντας της Αγγλίας στον τελικό του Βερολίνου.
Από τους 15 ποδοσφαιριστές που χρησιμοποιήθηκαν σε εκείνο το παιχνίδι, οι επτά είχαν περάσει παλαιότερα από τα χέρια του στις μικρές εθνικές.
Ο θρίαμβος δεν ανήκε μόνο σε έναν καλό προπονητή. Αποτελούσε δικαίωση μίας ποδοσφαιρικής σχολής που επέλεξε να μην πετάξει στα σκουπίδια τη δουλειά ετών.
Η ζωή του κάποτε χωρούσε σε ένα τραπέζι
Για να καταλάβει, όμως, κάποιος τη δύναμη του ντε λα Φουέντε, πρέπει να επιστρέψει στον Οκτώβριο του 2011.
Η Αλαβές αγωνιζόταν για τρίτη διαδοχική σεζόν στην τρίτη κατηγορία. Η ισοπαλία με την Αμορεμπιέτα ήταν αρκετή για να οδηγήσει τη διοίκηση στην απόλυση του 40χρονου τότε προπονητή της.
Η παρουσία του στον πάγκο είχε διαρκέσει μόλις λίγους μήνες.
Για την Αλαβές η συγκεκριμένη απόφαση δεν άλλαξε πολλά. Για τον ντε λα Φουέντε άνοιξε μία περίοδο 18 μηνών γεμάτη αγωνία.
Πατέρας τριών παιδιών, χωρίς ομάδα και χωρίς βεβαιότητα για το αύριο, άρχισε να μετρά τον χρόνο μέχρι να τελειώσει και το επίδομα ανεργίας. Το τηλέφωνό του δεν χτυπούσε. Οι σύλλογοι δεν έδειχναν ενδιαφέρον και η επιστροφή στους πάγκους έμοιαζε όλο και πιο δύσκολη.
Η καθημερινότητά του περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο μπαρ. Έπινε τον καφέ του, διάβαζε την εφημερίδα και περίμενε. Το ίδιο έκανε την επομένη. Και την επόμενη εβδομάδα.
Δεν εγκατέλειψε, όμως, το ποδόσφαιρο. Αξιοποίησε τον αναγκαστικό χρόνο για να μελετήσει, να εμπλουτίσει τις γνώσεις του και να προετοιμαστεί για μία ευκαιρία που δεν γνώριζε αν θα ερχόταν ποτέ.
Η πίστη έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι κάνει τον σταυρό του κάθε φορά που μπαίνει στο γήπεδο, όχι από δεισιδαιμονία, αλλά επειδή είναι πιστός.
Η ευκαιρία τελικά ήρθε μέσα από εκείνη την καθημερινή εφημερίδα.
Τρεις μήνες για να σώσει την καριέρα του
Μία μικρή αγγελία ανέφερε ότι η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αναζητούσε προπονητές για τα ηλικιακά αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα.
Ο ντε λα Φουέντε έστειλε το βιογραφικό του.
Δεν ήταν το φαβορί. Για τη θέση της Κ19 εξεταζόταν αρχικά ο Φερνάντο Μοριέντες, όμως η περίπτωσή του δεν προχώρησε. Τότε ο υπεύθυνος της επιλογής, Μελέντεθ, ζήτησε τη γνώμη του Ινιάκι Σάεθ.
Ο Σάεθ γνώριζε τον ντε λα Φουέντε από την εποχή που ήταν ποδοσφαιριστής. Εγγυήθηκε για τον χαρακτήρα και τις ικανότητές του και η Ομοσπονδία τού άνοιξε την πόρτα.
Όχι διάπλατα. Του προσέφερε ένα συμβόλαιο τριών μηνών.
Τρεις μήνες για έναν άνεργο προπονητή με τρία παιδιά δεν αποτελούσαν μικρή ευκαιρία. Ήταν η τελευταία σανίδα σωτηρίας.
Ο ντε λα Φουέντε την άρπαξε και δεν την άφησε ποτέ.
Από τη Λα Ριόχα στην Αθλέτικ
Η ικανότητά του να επικοινωνεί με νέα παιδιά είχε αρχίσει να φαίνεται πολύ πριν φτάσει στην Ομοσπονδία.
Γεννημένος στο Άρο της Λα Ριόχα, μεγάλωσε σε οικογένεια με ισχυρή σχέση με την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Ο πατέρας του καταγόταν από το Μπιλμπάο και ήταν μέλος του συλλόγου. Έτσι, ο νεαρός Λουίς εντοπίστηκε από τους ανθρώπους της Αθλέτικ και εντάχθηκε στις ακαδημίες της.
Αγωνίστηκε ως αριστερός μπακ και πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα σε ηλικία 17 ετών. Με τα «Λιοντάρια» κατέκτησε τα πρωταθλήματα του 1983 και του 1984, καθώς και το Κύπελλο.
Πέρασε από τη Σεβίλλη, επέστρεψε στην Αθλέτικ και ολοκλήρωσε την καριέρα του στην Αλαβές, ξεπερνώντας τις 250 εμφανίσεις στην πρώτη κατηγορία. Δεν αγωνίστηκε ποτέ στην Εθνική Ανδρών, αν και εκπροσώπησε την Ισπανία στις μικρές ηλικίες και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ.
Ως προπονητής εργάστηκε στην Πορτουγκαλέτε, στην Αουρέρα και στις ακαδημίες της Σεβίλλης. Εκεί συνεργάστηκε με τον Σέρχιο Ράμος, τον Χεσούς Νάβας και τον αδικοχαμένο Αντόνιο Πουέρτα.
Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθλέτικ, αναλαμβάνοντας την Κ19 και τη δεύτερη ομάδα. Μπορεί να επιθυμούσε μία σπουδαία καριέρα σε συλλογικό επίπεδο, η ζωή όμως είχε διαφορετικό σχέδιο.
Το πραγματικό του χάρισμα ήταν να διαμορφώνει ποδοσφαιριστές.
Ένα λάθος που τον βαραίνει
Η πορεία του δεν είναι άσπιλη και δεν υπάρχει λόγος να παρουσιαστεί ως τέτοια.
Όταν ο Λουίς Ρουμπιάλες αρνήθηκε να παραιτηθεί μετά το φιλί στην Τζένι Ερμόσο, ο ντε λα Φουέντε παρακολούθησε και χειροκρότησε την ομιλία του τότε προέδρου της Ομοσπονδίας.
Η στάση του προκάλεσε δικαιολογημένες αντιδράσεις. Δεν ήταν μία ασήμαντη στιγμή ούτε ένα επικοινωνιακό λάθος που μπορεί να προσπεραστεί. Ο ντε λα Φουέντε ζήτησε αργότερα συγγνώμη και αναγνώρισε ότι η κριτική που δέχτηκε ήταν σωστή.
Η συγγνώμη δεν διαγράφει την αρχική ενέργεια. Αποτελεί, όμως, την ελάχιστη αναγνώριση μίας λανθασμένης στάσης.
Αντίπαλος με έναν παλιό μαθητή
Ο ντε λα Φουέντε δεν υπήρξε μόνο προπονητής. Δίδαξε σε προπονητικά σεμινάρια μαθήματα με αντικείμενο την εξέλιξη του ποδοσφαίρου και την ανάπτυξη της τακτικής.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που τον παρακολούθησαν ήταν ο Τσάμπι Αλόνσο, ο Τσάβι, ο Ραούλ, ο Βίκτορ Βαλντές, ο Άντονι Ιραόλα και ο Αλέσιο Λίτσι.
Μαθητής του υπήρξε και ο Λιονέλ Σκαλόνι.
Η μοίρα τούς φέρνει πλέον αντιμέτωπους στον μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό αγώνα του κόσμου. Ο δάσκαλος απέναντι στον παγκόσμιο πρωταθλητή μαθητή του. Η Ισπανία απέναντι στην Αργεντινή.
Ο ίδιος δεν παρουσίαζε ποτέ τον εαυτό του ως άνθρωπο που γνώριζε περισσότερα από όσους βρίσκονταν στην αίθουσα. Έλεγε ότι διέθετε απλώς εμπειρίες και ήταν πρόθυμος να τις μοιραστεί.
Αυτή η ταπεινότητα αποτελεί βασικό μέρος του τρόπου με τον οποίο διοικεί και την Εθνική Ισπανίας.
Οικογένεια, όχι μονάδες
Η Ισπανία έφτασε στον τελικό του Μουντιάλ παρά τα προβλήματα. Ο Λαμίν Γιαμάλ δεν πραγματοποίησε τη διοργάνωση που αρκετοί περίμεναν, ο Νίκο Γουίλιαμς απουσίασε για σημαντικό διάστημα και άλλοι ποδοσφαιριστές αντιμετώπισαν μικροτραυματισμούς.
Η ομάδα, όμως, δεν εξαρτάται από έναν παίκτη. Δεν περιμένει από μία προσωπικότητα να τη σώσει.
Το σύνολο προηγείται της μονάδας.
Ο ντε λα Φουέντε έχει επιλέξει μία λέξη για να περιγράψει αυτό που δημιούργησε: «οικογένεια». Μία λέξη πολυχρησιμοποιημένη στο ποδόσφαιρο, η οποία αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν αποδεικνύεται μέσα στο γήπεδο.
Στην Ισπανία αποδεικνύεται.
Ο ένας ποδοσφαιριστής καλύπτει τον άλλον. Οι ρόλοι αλλάζουν χωρίς να χάνεται η συνοχή. Οι παίκτες που έρχονται από τον πάγκο γνωρίζουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν. Δεν υπάρχουν πρώην παιδιά της Κ19 και σημερινοί αστέρες. Υπάρχουν μέλη της ίδιας ομάδας που ταξιδεύουν μαζί εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Το τελευταίο βήμα
Εάν η Ισπανία κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο, ο θρίαμβος δεν θα ανήκει μόνο στον Λουίς ντε λα Φουέντε.
Θα ανήκει σε μία Ομοσπονδία που, παρά τα λάθη και τις αμαρτίες της διοίκησής της, είχε την ποδοσφαιρική λογική να επενδύσει στη συνέχεια. Θα ανήκει στους προπονητές των ακαδημιών, στους ανθρώπους που δούλεψαν αθόρυβα και στους ποδοσφαιριστές που μεγάλωσαν μαζί.
Πάνω απ’ όλα, θα αποτελεί δικαίωση της εργασίας απέναντι στην εικόνα. Της υπομονής απέναντι στη βιασύνη. Του σχεδίου απέναντι στον αυτοσχεδιασμό.
Ο άνθρωπος που ειρωνεύτηκαν ως «De la Who?» βρίσκεται πλέον μπροστά στη μεγαλύτερη στιγμή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Δεν έφτασε μέχρι εκεί επειδή είχε διάσημο όνομα. Έκανε διάσημο το όνομά του επειδή δούλεψε.
Κάποτε ο κόσμος του είχε περιοριστεί σε ένα τραπέζι, σε μία εφημερίδα και στην αγωνία για το πότε θα τελειώσει το επίδομα ανεργίας.
Μέσα σε εκείνη την εφημερίδα βρήκε μία αγγελία.
Μέσα σε εκείνη την αγγελία βρήκε μία δεύτερη ζωή.
Και μέσα σε αυτή τη δεύτερη ζωή μεγάλωσε μία γενιά Ισπανών ποδοσφαιριστών, μέχρι που έφτασε μαζί τους στην πόρτα της κορυφής του κόσμου.
Πηγή