
Όταν ο Ριβάλντο φόρεσε τα ερυθρόλευκα (ΒΙΝΤΕΟ)
Υπάρχουν μεταγραφές που προκαλούν ενθουσιασμό. Υπάρχουν μεταγραφές που αλλάζουν τις ισορροπίες ενός πρωταθλήματος. Και υπάρχουν ορισμένες, ελάχιστες, που κάνουν μία ολόκληρη χώρα να σταματήσει για να βεβαιωθεί ότι αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό.
Η άφιξη του Ριβάλντο στην Αθήνα ανήκει στην τελευταία κατηγορία.
Σαν σήμερα, στις 21 Ιουλίου 2004, ο Βίτορ Μπόρμπα Φερέιρα πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ολυμπιακού. Ο άνθρωπος που όλοι γνώριζαν απλώς ως Ριβάλντο, ο παγκόσμιος πρωταθλητής, ο κάτοχος της Χρυσής Μπάλας και ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές της εποχής, ερχόταν για να φορέσει την ερυθρόλευκη φανέλα.
Ο Βραζιλιάνος έφτασε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου και ολοκλήρωσε την υπογραφή του συμβολαίου του την επόμενη ημέρα. Η ουσία, όμως, είχε ήδη κριθεί. Από τη στιγμή που εμφανίστηκε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», ο Ριβάλντο ήταν παίκτης του Ολυμπιακού και το ελληνικό ποδόσφαιρο είχε μόλις υποδεχθεί πιθανότατα το μεγαλύτερο όνομα που αγωνίστηκε ποτέ στα γήπεδά του.
«Πρόεδρε, πρόεδρε, σε παρακαλώ…»
Έναν χρόνο νωρίτερα, οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού φώναζαν προς τον Σωκράτη Κόκκαλη:
«Πρόεδρε, πρόεδρε, σε παρακαλώ, φέρε τον Ριβάλντο στον Ολυμπιακό».
Έμοιαζε με σύνθημα περισσότερο επιθυμίας παρά ρεαλιστικής απαίτησης. Ο Ριβάλντο ανήκε σε έναν διαφορετικό ποδοσφαιρικό κόσμο. Είχε κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα το 1999, είχε φορέσει τις φανέλες της Λα Κορούνια, της Μπαρτσελόνα και της Μίλαν και είχε στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής με τη Βραζιλία το 2002.
Στην Μπαρτσελόνα είχε μετατραπεί σε σύμβολο. Αριστερό πόδι που μπορούσε να εκτελέσει από οποιοδήποτε σημείο, ντρίμπλα, δύναμη, τεχνική, φαντασία και μία μοναδική ικανότητα να πετυχαίνει γκολ που έμοιαζαν αδύνατα. Για τους Καταλανούς υπήρξε ένας πραγματικός «μάγος με την μπάλα» και ένας εξαιρετικός σκόρερ.
Το καλοκαίρι του 2004, όμως, το απίθανο έγινε πραγματικότητα.
Η Ελλάδα ζούσε ακόμη στον απόηχο της κατάκτησης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από την Εθνική ομάδα. Ο Ολυμπιακός επέστρεφε στο ανακατασκευασμένο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» και ήθελε μία μεταγραφή που θα σηματοδοτούσε τη νέα εποχή.
Ο Σωκράτης Κόκκαλης αποφάσισε να πραγματοποιήσει το όνειρο των φιλάθλων. Ο Ριβάλντο δεν θα ερχόταν ως αντίπαλος για ένα ευρωπαϊκό παιχνίδι. Θα ερχόταν για να μείνει.
Το αεροδρόμιο έγινε εξέδρα
Η είδηση της συμφωνίας προκάλεσε αμόκ. Χιλιάδες φίλοι του Ολυμπιακού συγκεντρώθηκαν στο αεροδρόμιο για να υποδεχθούν τον 32χρονο Βραζιλιάνο.
Δεν πήγαν απλώς για να δουν μία ακόμη μεταγραφή. Ήθελαν να βεβαιωθούν με τα ίδια τους τα μάτια ότι ο Ριβάλντο είχε πράγματι έρθει στην Ελλάδα.
Το «Ελευθέριος Βενιζέλος» μετατράπηκε σε εξέδρα. Κόκκινα κασκόλ, φανέλες, συνθήματα και κόσμος που προσπαθούσε να πλησιάσει έστω για λίγα δευτερόλεπτα τον παίκτη που μέχρι τότε παρακολουθούσε μόνο στα μεγάλα ευρωπαϊκά γήπεδα και στα Παγκόσμια Κύπελλα.
Το αδιαχώρητο επαναλήφθηκε στα γραφεία της ΠΑΕ στην Πλατεία Αλεξάνδρας. Η παρουσία του ξεπερνούσε τα συνηθισμένα όρια μιας ποδοσφαιρικής ανακοίνωσης. Ο Ολυμπιακός είχε προκαλέσει μία από τις μεγαλύτερες μεταγραφικές εκρήξεις που γνώρισε ποτέ ο ελληνικός αθλητισμός.
Τα πρωτοσέλιδα αποτύπωσαν το μέγεθος της στιγμής. «Αμόκ», «σεισμός» και άλλοι αντίστοιχοι τίτλοι κυριάρχησαν στον αθλητικό Τύπο. Για μία φορά, οι υπερβολές των εφημερίδων δεν απείχαν πολύ από την πραγματικότητα.
Το άλμπουμ των μεγάλων αστέρων
Η μεταγραφή του Ριβάλντο δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Ο Ολυμπιακός είχε δημιουργήσει, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, μία παράδοση απόκτησης μεγάλων ονομάτων του διεθνούς ποδοσφαίρου.
Ο Λάγιος Ντέταρι είχε ανοίξει τον δρόμο το 1988. Ακολούθησαν οι Όλεγκ Προτάσοφ και Γκενάντι Λιτόφτσενκο το 1990. Το 1999 ήρθαν ο Ζιοβάνι και ο Ζλάτκο Ζάχοβιτς, ενώ το 2001 ο Κριστιάν Καρεμπέ έφερε στον Πειραιά την εμπειρία ενός παγκόσμιου και ευρωπαϊκού πρωταθλητή.
Κάθε μία από αυτές τις μεταγραφές είχε προκαλέσει ενθουσιασμό. Ο Ριβάλντο, όμως, ήταν κάτι διαφορετικό.
Δεν ήταν απλώς ένας γνωστός διεθνής ή ένας μεγάλος παίκτης που είχε διακριθεί σε κορυφαία πρωταθλήματα. Ήταν κάτοχος της Χρυσής Μπάλας, παγκόσμιος πρωταθλητής και ένας από τους ποδοσφαιριστές που είχαν καθορίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της επόμενης.
Η μεταγραφή του συμπλήρωσε το λαμπρό άλμπουμ του Ολυμπιακού και τοποθέτησε τον σύλλογο ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς ποδοσφαιρικής συζήτησης.
Το όνειρο της συνύπαρξης με τον Ζιοβάνι
Η παρουσία του Ριβάλντο δημιούργησε τεράστιες προσδοκίες και για έναν επιπλέον λόγο. Στον Ολυμπιακό βρισκόταν ήδη ο Ζιοβάνι, φίλος και συμπατριώτης του.
Η προοπτική να αγωνιστούν μαζί οι δύο Βραζιλιάνοι γέμισε το νέο Καραϊσκάκη με όνειρα. Ο κόσμος περίμενε ποδόσφαιρο φαντασίας, συνεργασίες υψηλού επιπέδου και εικόνες από άλλες εποχές.
Ο Ριβάλντο μπορεί να μην ήρθε στην απόλυτη κορύφωση της καριέρας του, αλλά απέδειξε γρήγορα ότι η ποιότητά του εξακολουθούσε να βρίσκεται πολύ πάνω από τα δεδομένα του ελληνικού πρωταθλήματος.
Δεν ήρθε για διακοπές. Ήρθε για να παίξει, να κερδίσει και να αφήσει το σημάδι του.
Τα γκολ, οι τίτλοι και το «Ρίμπο»
Ο Ριβάλντο παρέμεινε στον Ολυμπιακό για τρεις σεζόν. Κατέκτησε τρία διαδοχικά πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα Ελλάδας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιστροφή της ομάδας στην κορυφή μετά το πρωτάθλημα που είχε κατακτήσει ο Παναθηναϊκός το 2004.
Πέτυχε 43 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις με την ερυθρόλευκη φανέλα. Άλλα ήταν κρίσιμα, άλλα πανέμορφα και ορισμένα έφεραν τη σφραγίδα ενός ποδοσφαιριστή που έβλεπε το παιχνίδι διαφορετικά από τους υπόλοιπους.
Το φάουλ μπροστά στο Kop, απέναντι στη Λίβερπουλ στο Άνφιλντ, παραμένει μία από τις πιο δυνατές ευρωπαϊκές εικόνες του. Το γκολ απέναντι στον Ηρακλή, στην τελευταία αγωνιστική της πρώτης του σεζόν, χάρισε στον Ολυμπιακό το πρωτάθλημα.
Το αριστερό του πόδι μπορούσε να εκτελέσει φάουλ, να στείλει την μπάλα στο «παραθυράκι» από μεγάλη απόσταση ή να βρει μία πάσα που κανείς άλλος δεν είχε αντιληφθεί.
Το «Ρίμπο, Ρίμπο» δονούσε το Καραϊσκάκη. Ο κόσμος τον λάτρεψε όχι μόνο για το όνομά του, αλλά για όσα έκανε μέσα στο γήπεδο. Η φανέλα με το «10» έγινε σύμβολο μιας εποχής κατά την οποία οι φίλοι του Ολυμπιακού αισθάνονταν ότι κάθε στιγμή μπορούσε να συμβεί κάτι μαγικό.
Το δακρυσμένο «αντίο»
Η ιστορία, όμως, δεν είχε το τέλος που φαντάζονταν οι δύο πλευρές.
Τον Μάιο του 2007 ο Ριβάλντο ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τον Ολυμπιακό, κατηγορώντας τον Σωκράτη Κόκκαλη ότι δεν τήρησε την προφορική συμφωνία τους για την ανανέωση του συμβολαίου του.
Στη συνέντευξη Τύπου εμφανίστηκε δακρυσμένος, έχοντας δίπλα του τη σύζυγο και τον γιο του, Ριβαλντίνιο. Μίλησε για τιμή, ειλικρίνεια και απογοήτευση. Δήλωσε ότι αγαπούσε τον κόσμο και την Ελλάδα, αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν θα παραστεί στη φιέστα για την κατάκτηση του πρωταθλήματος.
«Ο Ολυμπιακός είναι μεγάλος σύλλογος και χωρίς εμένα θα συνεχίσει», είχε αναφέρει, τονίζοντας ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ τους φιλάθλους.
Η ΠΑΕ Ολυμπιακός απάντησε ότι του είχε προτείνει ανανέωση ενός έτους με τους ίδιους οικονομικούς όρους της τρέχουσας περιόδου και ότι ο παίκτης δεν είχε αποδεχθεί την πρόταση.
Το διαζύγιο ήταν οδυνηρό. Για τον Ριβάλντο, για τη διοίκηση, αλλά κυρίως για τον κόσμο που είχε δεθεί μαζί του.
Η ΑΕΚ, τα τέσσερα δάχτυλα και η πληγή
Ο Ριβάλντο συνέχισε την καριέρα του στην ΑΕΚ. Με την κιτρινόμαυρη φανέλα διεκδίκησε το πρωτάθλημα του 2008, το οποίο κρίθηκε μέσα στη μεγάλη δικαστική διαμάχη για την αντικανονική συμμετοχή του Ρόμαν Βάλνερ στον αγώνα Απόλλων Καλαμαριάς–Ολυμπιακός.
Στις 30 Μαρτίου 2008, η ΑΕΚ συνέτριψε τον Ολυμπιακό με 4-0 στο ΟΑΚΑ. Ο Ριβάλντο, πικραμένος από τον τρόπο με τον οποίο είχε αποχωρήσει, ύψωσε τέσσερα δάχτυλα προς την ερυθρόλευκη πλευρά.
Ήταν μία κίνηση που ο κόσμος του Ολυμπιακού δεν συγχώρησε εύκολα. Θεωρήθηκε προσβολή σε μία σχέση αγάπης που είχε οικοδομηθεί για τρία χρόνια.
Το 2010 ο ίδιος ζήτησε δημόσια συγγνώμη. Παραδέχθηκε ότι είχε κάνει λάθος και υποστήριξε ότι η χειρονομία του δεν απευθυνόταν στους φιλάθλους, αλλά σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
«Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, δεν θα το ξαναέκανα», είπε. Λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκε ξανά στο Καραϊσκάκη για να παρακολουθήσει τον ευρωπαϊκό αγώνα του Ολυμπιακού με την Μπέσα Καβάγιε, επιχειρώντας να ρίξει γέφυρες προς το παρελθόν.
Μία μεταγραφή μεγαλύτερη από το άσχημο τέλος
Η ιστορία του Ριβάλντο με τον Ολυμπιακό είχε ενθουσιασμό, τίτλους, μαγικά γκολ, αποθέωση, δάκρυα, θυμό και τελικά συγγνώμη. Είχε όλα τα στοιχεία μιας πραγματικής ανθρώπινης σχέσης, στην οποία η μεγάλη αγάπη μπορεί να γεννήσει και μεγάλη πίκρα.
Το άσχημο τέλος και τα τέσσερα δάχτυλα δεν μπορούν, όμως, να διαγράψουν όσα προηγήθηκαν.
Στις 21 Ιουλίου 2004, η Ελλάδα υποδέχθηκε έναν από τους κορυφαίους παίκτες που γέννησε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Για λίγα λεπτά, το αεροδρόμιο έγινε κερκίδα και ένα σύνθημα που έμοιαζε αδύνατο μετατράπηκε σε πραγματικότητα.
Ο Ντέταρι, ο Προτάσοφ, ο Λιτόφτσενκο, ο Ζιοβάνι, ο Ζάχοβιτς και ο Καρεμπέ είχαν ήδη δημιουργήσει μία σπουδαία παράδοση. Ο Ριβάλντο ήρθε για να τοποθετηθεί στην κορυφή αυτής της λίστας.
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, η εικόνα του να βγαίνει από την πύλη αφίξεων εξακολουθεί να προκαλεί το ίδιο συναίσθημα. Εκείνη την ημέρα ο Ολυμπιακός δεν ανακοίνωσε απλώς μία μεταγραφή.
Απέδειξε ότι, μερικές φορές, ακόμη και τα πιο τρελά ποδοσφαιρικά όνειρα μπορούν να προσγειωθούν στην Αθήνα.
Πηγή