
Η μεταγραφή Κόκκαλη που άλλαξε την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου!
Υπάρχουν μεταγραφές που γράφονται στα χαρτιά και υπάρχουν μεταγραφές που γράφονται στην ιστορία. Η 8η Ιουλίου 1999 ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Εκείνο το βράδυ ο Ολυμπιακός ολοκλήρωνε μία από τις μεγαλύτερες και πιο ηχηρές μεταγραφές που έγιναν ποτέ στο ελληνικό ποδόσφαιρο, αποκτώντας τον Τζιοβάνι Σίλβα ντε Ολιβέιρα από την Μπαρτσελόνα.
Η είδηση έπεσε σαν βόμβα λίγο μετά τις 11 το βράδυ. Οι «ερυθρόλευκοι» είχαν φτάσει σε οριστική συμφωνία τόσο με την Μπαρτσελόνα όσο και με τον ίδιο τον Βραζιλιάνο άσο, φέρνοντας στην Ελλάδα έναν εν ενεργεία διεθνή με τη Σελεσάο και έναν από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές της εποχής.
Η μεταγραφή που προκάλεσε αίσθηση στην Ευρώπη
Ο 27χρονος τότε Τζιοβάνι προερχόταν από μία γεμάτη σεζόν στην Μπαρτσελόνα, όπου είχε καταγράψει 23 συμμετοχές, 5 γκολ και 3 ασίστ, ενώ είχε αγωνιστεί και σε έξι παιχνίδια του Champions League.
Για να ολοκληρωθεί το deal χρειάστηκε πολυήμερη διαπραγμάτευση. Ο Ολυμπιακός συμφώνησε αρχικά με την Μπαρτσελόνα και στη συνέχεια έστειλε στη Βαρκελώνη τον Γιώργο Λούβαρη και τον Πέτρο Κόκκαλη, ώστε να πείσουν προσωπικά τον Βραζιλιάνο να συνεχίσει την καριέρα του στην Ελλάδα.
Η αποστολή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.
Το συνολικό κόστος της μεταγραφής υπολογίστηκε τότε από 3,3 έως σχεδόν 5 δισεκατομμύρια δραχμές, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού των απολαβών και των μπόνους, αποτελώντας μία από τις ακριβότερες μεταγραφές στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο ίδιος υπέγραψε τριετές συμβόλαιο με ετήσιες απολαβές περίπου 450 εκατομμυρίων δραχμών.
Οκτώ ημέρες αργότερα, στις 16 Ιουλίου 1999, ο Τζιοβάνι πατούσε για πρώτη φορά το πόδι του στην Ελλάδα, γνωρίζοντας αποθεωτική υποδοχή.
Από τον Πελέ και την Μπαρτσελόνα… στον Πειραιά
Η ποδοσφαιρική διαδρομή του μόνο συνηθισμένη δεν ήταν.
Γεννημένος στον Αμαζόνιο και προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, δεν έπαιξε ποδόσφαιρο για να ξεφύγει από τη φτώχεια, αλλά επειδή αγαπούσε πραγματικά τη μπάλα.
Το μεγάλο του ταλέντο είχε εντυπωσιάσει ακόμη και τον Πελέ, ο οποίος είχε συμβάλει ώστε να μετακινηθεί στη Σάντος. Εκεί φόρεσε τη φανέλα με το ιστορικό «10» και οι εξαιρετικές εμφανίσεις του τον οδήγησαν στην Μπαρτσελόνα.
Στο «Καμπ Νόου» αγωνίστηκε δίπλα σε ποδοσφαιρικά ιερά τέρατα όπως ο Ρονάλντο και ο Ριβάλντο, όμως η άφιξη του Λουίς Φαν Χάαλ άλλαξε τα δεδομένα. Ο Ολλανδός τεχνικός επιχείρησε να τον χρησιμοποιήσει ακόμη και ως αμυντικό χαφ, κάτι που ο Βραζιλιάνος δεν αποδέχθηκε ποτέ.
Η έξοδος από την Μπαρτσελόνα αποδείχθηκε τελικά… η μεγάλη τύχη του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Ο καλλιτέχνης που μάγεψε τα ελληνικά γήπεδα
Ο Τζιοβάνι δεν άφησε πίσω του μόνο τίτλους και γκολ.
Άφησε στιγμές.
Ντρίμπλες που έμοιαζαν με χορό, ασίστ που έβλεπαν μόνο οι μεγάλοι δημιουργοί και γκολ που δύσκολα ξεχνιούνται. Για πολλούς φιλάθλους, ανεξαρτήτως ομάδας, υπήρξε ένας από τους πιο θεαματικούς ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν ποτέ στην Ελλάδα.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί τον χαρακτήρισαν «καλλιτέχνη» του ποδοσφαίρου.
Οι ατάκες που αποκάλυπταν τη φιλοσοφία του
Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τι σήμαινε για εκείνον το ποδόσφαιρο.
Όταν ρωτήθηκε γιατί επέλεξε τον Ολυμπιακό, είχε απαντήσει:
«Ο Θεός με έφερε εδώ. Εκείνο το καλοκαίρι όλοι οι οιωνοί μου έλεγαν να έρθω στην Ελλάδα.»
Για τον κόσμο των «ερυθρολεύκων» είχε δηλώσει:
«Είναι δώρο Θεού αυτός ο κόσμος. Γι’ αυτούς παίζω.»
Όμως ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση που περιγράφει τον ίδιο ήταν μία άλλη:
«Δεν αντέχω να κάθομαι στον πάγκο και να παίρνω λεφτά. Προτιμώ να αγωνίζομαι στην τέταρτη κατηγορία, παρά να είμαι αναπληρωματικός στην κορυφαία ομάδα του κόσμου.»
Και όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τον ποδοσφαιρικό του σκοπό, έδωσε μια απάντηση που τον ακολούθησε σε όλη την καριέρα του:
«Θέλω να είμαι αυτός που φέρνει τον κόσμο στα γήπεδα και όχι αυτός που τον διώχνει.»
Μια μεταγραφή που έγινε σημείο αναφοράς
Περισσότερα από 25 χρόνια μετά, η 8η Ιουλίου 1999 εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ημερομηνίες στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Ο Τζιοβάνι δεν ήταν απλώς μια ακριβή μεταγραφή. Ήταν ένας ποδοσφαιριστής που άλλαξε την αισθητική του ελληνικού πρωταθλήματος, προσφέροντας στιγμές ποδοσφαιρικής μαγείας που ακόμη και σήμερα παραμένουν ζωντανές στη μνήμη των φιλάθλων.
Πηγή